άγκυρα

άγκυρα
Προσάρτημα πλοίου και κάθε πλωτού μέσου, με δύο βραχίονες που καταλήγουν σε πτερύγια. Δένεται στη μια άκρη αλυσίδας ή σχοινιού και πιάνει στον βυθό, όπου αφήνεται να πέσει, συγκρατώντας έτσι το πλωτό μέσο, στο οποίο προσδένεται η άλλη άκρη της αλυσίδας ή του σχοινιού. Υπάρχουν διάφοροι τύποι ά., που μπορούν όμως να περιοριστούν σε τρεις κύριους. Τις παλαιότερες, που κατασκευάζονταν από σφυρήλατο σίδερο και εφοδιάζονταν με ξύλινο στύπο (τσίπο), τις αντικατέστησε ένας τύπος με μετάλλινο στύπο, που δεν είναι προσαρμοσμένος στην άτρακτο (αδράχτι). Ο τύπος αυτός αποκαλείται ά. του ναυαρχείου, και είναι αγγλικής επινόησης. Λίγο αργότερα διαδόθηκαν ορισμένοι τύποι χωρίς στύπο και με βραχίονες (μπράτσα) που στρέφονται μέχρι 350° (ενώ οι ά. με στύπο έχουν ακίνητους βραχίονες), οι οποίες παρουσιάζουν το πλεονέκτημα ότι απλουστεύουν σημαντικά και κάνουν ταχύτερους τους χειρισμούς κατά την αναχώρηση του πλοίου· και τούτο γιατί όταν η ά. αποσπαστεί από τον βυθό και συρθεί προς το πλοίο, η άτρακτός της μπαίνει κατευθείαν στον οφθαλμό (όκιο) του σκάφους, την οπή δηλαδή από την oποία περνά η αλυσίδα. Για μικρότερα σκάφη χρησιμοποιείται μικρή ά. χωρίς στύπο, με τέσσερις ακίνητους βραχίονες, που αποκαλείται κερκέτης τετράχηλος (αγκουρέτο, τεσσαροχάλης ή σίδερο). Τα πλοία κατά κανόνα είναι εφοδιασμένα με δύο τουλάχιστον ά. Οι οφθαλμοί βρίσκονται στο ψηλότερο μέρος του σκάφους, εκατέρωθεν της πλώρης. Οι ά. αυτές ονομάζονται επωτίδιοι. Κάποτε υπάρχει και τρίτη ά., που βρίσκεται όμως στην πρύμη και λέγεται ιερήτης ελπίδας (οι ναυτικοί την ονομάζουν σπεράντσα). Μερικά σκάφη είναι εφοδιασμένα και με μία ακόμα ά. κάτω από την πρύμη (υπόπρυμνο), για την οποία δεν υπάρχει οφθαλμός. Η ά. αυτή είναι βοηθητική. Η ά. είναι και χριστιανικό σύμβολο, που εικονίζεται συχνά σε παλαιοχριστιανικές επιτάφιες πλάκες και συμβολίζει τη χριστιανική ελπίδα, την οποία ο Απόστολος Παύλος αποκαλεί «ά. της ψυχής ασφαλή και βεβαίαν». ΤΥΠΟΙ ΑΓΚΥΡΑΣ: 1. με ξύλινο στύπο 2. του ναυαρχείου 3. τύπου Martin 4. τύπου Χολ ΟΝΟΜΑΤΟΛΟΓΙΑ ΜΕΡΩΝ ΑΓΚΥΡΑΣ: α. δακτύλιος (ανέλο) β. στύπος (τσίπος) γ. άτρακτος (αδράχτι) δ. αγκών (αγκώνας) ε. βραχίονες (μπράτσα) ζ. πτερύγια ή όνυχες (νύχια ή λάφσες) η. ακρονύχια (δόντια)
* * *
ἄγκυρα η (Μ αγκύρωμα, το, Ν και άγκορα και άγκουρα)
1. βαρύ σιδερένιο αγκυλωτό όργανο δεμένο στο ακρό αλυσίδας ή σχοινιού, που ρίχνεται στη θάλασσα για να αγκιστρωθεί στον βυθό και να ακινητοποιήσει έτσι το πλοίο
2. μτφ. ασφάλεια, στήριγμα
3. φρ. «ρίχνω άγκυρα», εγκαθίσταμαι οριστικά κάπου
αρχ.
1. πολιορκητικό όργανο
2. φρ. «ιερά ἄγκυρα», έσχατη ελπίδα.
[ΕΤΥΜΟΛ. Ο τύπος ἄγκυρα από τη ρίζα *ἄγκ- όπως και τα ἀγκάλη, ἄγκος, ἀγκύλος κ.ά. Αντιστοιχεί στο σανσκρ. ankura. Από την ίδια ρίζα και το μσν. ἀγκύρωμα. Οι τύποι άγκορα και άγκουρα από την ιταλ. λ. ancora.
ΠΑΡ. αγκυρίζω
αρχ.
ἀγκύριον. ἄγκυρις, ἀγκυρίτης, ἀγκυρωτός
νεοελλ.
αγκυρίδα. αγκυρώνω. ΣYNΘ. αγκυροειδής
αρχ.
ἀγκυρομήλη, ἀγκυρουχία
νεοελλ.
αγκυρόδεσμος. αγκυροδέτης.

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Look at other dictionaries:

  • Ἀγκύρα — Ἀγκύρᾱ , Ἄγκυρα fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύρα — ἀγκύρᾱ , ἄγκυρα anchor fem nom/voc/acc dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἀγκύρᾳ — Ἀγκύρᾱͅ , Ἄγκυρα fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύρᾳ — ἀγκύρᾱͅ , ἄγκυρα anchor fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄγκυρα — fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἄγκυρα — anchor fem nom/voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • άγκυρα — η 1. βαρύ σιδερένιο αγκυλωτό όργανο που χρησιμεύει ν ακινητούν τα πλοία: Όταν έφτασα στο λιμάνι το πλοίοέριχνε την άγκυρα. 2. στήριγμα, ελπίδα: Αυτό ήταν η μοναδική για κείνον άγκυρα σωτηρίας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Ἀγκύρας — Ἀγκύρᾱς , Ἄγκυρα fem acc pl Ἀγκύρᾱς , Ἄγκυρα fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγκύρας — ἀγκύρᾱς , ἄγκυρα anchor fem acc pl ἀγκύρᾱς , ἄγκυρα anchor fem gen sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Ἄγκυρ' — Ἄγκυρα , Ἄγκυρα fem nom/voc sg Ἄγκυραι , Ἄγκυρα fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”